ἀναμίξει


ἀναμίξει
ἀνάμιξις
mingling
fem nom/voc/acc dual (attic epic)
ἀναμίξεϊ , ἀνάμιξις
mingling
fem dat sg (epic)
ἀνάμιξις
mingling
fem dat sg (attic ionic)
ἀναμί̱ξει , ἀναμίγνυμι
mix up
aor subj act 3rd sg (epic)
ἀναμί̱ξει , ἀναμίγνυμι
mix up
fut ind mid 2nd sg
ἀναμί̱ξει , ἀναμίγνυμι
mix up
fut ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • παρεμβολή — (Μαθημ.). Με αφορμή διάφορα προβλήματα των εφαρμογών (πειραματικές επιστήμες, στατιστική) τίθεται πολλές φορές το εξής (μαθηματικό) πρόβλημα: ζητείται μια συνάρτηση f μιας μεταβλητής x από το ότι για ν + 1 διαφορετικές μεταξύ τους τιμές x1, x2 …   Dictionary of Greek